Ένας βαρύς αχός συνοδευόμενος από μία πρωτάκουστη μεταλλική κλαγγή ακούσθηκε από τον βάθος του δρόμου που οδηγούσε στις Πλαταιές.- Ο φιλόπονος αγρότης παρασυρόμενος από το αίσθημα της περιέργειας, αφού άφησε καταγής την αξίνα του, προχώρησε και ανέβηκε στο ύψωμα του βόρειου άκρου του χωραφιού του προκειμένου να διαπιστώσει τι ακριβώς συνέβαινε.- Με το που έφθασε στο ύψωμα και ήρθε σε οπτική επαφή με τον δρόμο ένοιωσε ένα έντονο ρίγος απόλυτου τρόμου να του διασχίζει την κυρτή σπονδυλική του στήλη.- Ένα συντεταγμένο σιδηρόφρακτο λεφούσι, αποτελούμενο από δεκάδες ιππότες και αμέτρητους πεζούς που έφεραν μεταλλικές πανοπλίες, τεράστιες ασπίδες, μακριές σπάθες και άλλα τρομερά όπλα, κατευθυνόταν στον δρόμο για το Κριεκούκιον.- Ο φιλόπονος καλλιεργητής, έχοντας αποσβολωθεί από το πρωτοφανές θέαμα που αντίκριζε με τα ίδια του τα μάτια, παρέμεινε στη θέση του, όντας ανίκανος να μετακινηθεί προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.-
Η παρουσία του αγρότη αυτού έγινε αμέσως αντιληπτή, τόσο από τον έφιππο επικεφαλής του αδυσώπητου τάγματος των τευτόνων ιπποτών Χέρμαν φον Ζάλτσα, όσο και από τους τρομακτικούς υποδιοικητές του Βόλφγκαγκ και Χέλμουτ, οι οποίοι κρατούσαν πάντοτε ανά χείρας τα βιβλία που έφεραν τον τίτλο «ΤΕΥΤΟΝΙΚΟ-ΓΡΑΙΚΟΥΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ», ενώ καβαλίκευαν τα σιδηρόφρακτα άτια τους.- Καθώς το τάγμα πλησίαζε με γοργούς ρυθμούς στο χωράφι του φιλόπονου καλλιεργητή, ο υποδιοικητής Βόλφγκαγκ, στην προσπάθειά του, όχι να προσδιορίσει την ακρίβεια της πορείας του τάγματος προς το Κριεκούκιον, το οποίο ελάχιστα πλέον απείχε από την θέση που βρισκόταν, αλλά να επιδείξει την φιλομάθειά του για την ελληνική γλώσσα, πλησίασε τον αγρότη και αφού έριξε μία γρήγορη ματιά στο λεξικό που κρατούσε τον ρώτησε:
«Γκνωρίζετε αν βαίνομεν ορθώς προς Κριεκούκιον;»
Ο αγρότης, έχοντας κυριολεκτικά κατουρηθεί από τον τρόμο του και χωρίς να καταλάβει τι ακριβώς τον είχε ρωτήσει ό βλοσυρός τεύτονας απάντησε, όπως του ήρθε εκείνη τη στιγμή «Εγώ δεν ξέρω τίποτε…..είμαι από τις Πλαταιές…………στο Κριεκούκιον είμαι νύφη…….».-
Ο Βόλφγκαγκ αφού έριξε μία ματιά αποστροφής και έντονης απέχθειας προς το πρόσωπο του άτυχου καλλιεργητή, γύρισε προς τον φον Ζάλτσα και με σκοπό να τον ενημερώσει σχετικά με το περιεχόμενο της στιχομυθίας, που μόλις πριν είχε λάβει χώρα, του είπε κοφτά «Κομμαντάτε ναιν Κριεκούκεν ιστ Κοκλιάτεν».- Μόλις έλαβε την πληροφορία ο φον Ζάλτσα, αφού και αυτός επέδειξε ένα ύφος αποστροφής και αηδίας, διέταξε την συνέχιση της πορείας του τάγματος τους προς την πόλη του Κριεκουκίου.-
Η πορεία του τάγματος συνεχίσθηκε κανονικά και απρόσκοπτα μέχρι και την είσοδο της πόλης.- Βέβαια η έλευση των τευτόνων, ήταν λογικό να σπείρει πανικό κατ΄αρχήν στους κατοίκους της πόλης, που διέμεναν στην είσοδο αυτής από τις Πλαταιές, οι οποίοι έσπευδαν να κρυφθούν όπου έβρισκαν.- Όμως η έλευση αυτή δεν προκάλεσε καθόλου πανικό στα μέλη της συντεχνίας του Ελάτου, τα οποία με επικεφαλής τον Θεόδωρο Δάντση, είχαν σταθεί και ανέμεναν το συναπάντημά τους με την σιδερόφρακτη στρατιά.- Δείχνοντας θάρρος ο Δάντσης, δεν δίστασε να πλησιάσει τον φον Ζάλτσα και τους επιτελείς του, οι οποίοι αντιμετώπιζαν με έκπληξη την εν λόγω προσέγγιση.- Ο αρχηγός της συντεχνίας αφού έβγαλε ένα πιττάκιο από την τσέπη του άρχισε να απαγγέλει το περιεχόμενό του.-
ΑΙΤΗΣΙΣ – ΑΝΑΦΟΡΑ
ΤΗΣ ΠΟΛΥΠΛΟΚΑΜΟΥ ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΑΤΩΝ
Κριεκούκιον 29η Ιουνίου Σωτηρίου Έτους 1235
Φιλεύσπλαχνε ηγέτη της ανυπερθέτου τευτονικής δυνάμεως, φορέα αποκαταστάσεως της θεϊκής τάξεως των πραγμάτων, εντεταλμένε του Μεγάλου Δουκός Γκυ ντε Λα Ρος.-
Όπως θα έχεις πληροφορηθεί από τους ακαμάτους πληροφοριοδότας σου, η συντεχνία μας, προς δόξαν Θεού και απεσταλμένων του εν γη αρχόντων, προς τέρψιν των μελών της, προβαίνει τακτικώς εις εργασίας φυτεύσεως δένδρων στους περιβάλλοντες υπαιθρίους χώρους του Κριεκουκίου.- Βεβαίως οι εργασίες αυτές, όπως είναι απολύτως φυσικό και σύμφωνα με την ευγενή μας καταγωγή, δεν εκτελούνται από εμάς αυτοπροσώπως, αλλά από δούλους και δουλοπάροικους που ανήκουν εις την αποκλειστικήν κυριότητα, νομήν και κατοχήν της συντεχνίας ημών.- Όμως η τακτική εκτέλεσις των ως άνω εργασιών κινδύνευει, τις αμέσως επομένες ημέρας να αναβληθεί.- Ο εν λόγω κίνδυνος αναβολής προκύπτει από το ότι, μετά την εκτέλεση του θεαρέστου έργου σας, το οποίον συνίσταται εις την μαζική εκκαθάρισιν επαναστατών δουλοπαροίκων , μικροαγροτών, τεχνιτών και λοιπών ακατανόμαστων μιασμάτων, τόσον η πόλις, όσο και κυρίως οι περιβάλλοντες αυτήν χώροι θα γεμίσουν με πτώματα.- Η απόθεση πτωμάτων των προαναφερόμενων μιαρών τε και αποβλήτων στους υπαίθριους χώρους, θα παρεμποδίσει το έργον της δενδροφυτεύσεως.- Ως εκ τούτου παρακαλούμεν, όπως η απόθεση των πτωμάτων λάβει χώρα κατά τέτοιο τρόπον ώστε να μην παρακωλυθούν οι εργασίες στις οποίες πρόκειται να προβούμε στο πλαίσιο εκπληρώσεως των συντεχνιακών μας σκοπών.-
Για την συντεχνία του Ελάτου
Θεόδωρος Δάντσης
Αντί για απάντηση ή γενικότερα τοποθέτηση στα όσα τους προανέφερε ο Δάντσης, ο ηγέτης της συντεχνίας εισέπραξε την εξής ερώτηση από τον υποδιοικητή Χέλμουτ «Πως είπατε ότι ονομάζεσθε ω γραίκουλε;».- «Θεόδωρος Δάντσης…» απάντησε με προθυμία ο συνομιλητής του.- Αμέσως μετά ο Χέλμουτ άνοιξε ένα από τα πιττάκια, που τους είχε παραδώσει ο Ρενέ και στα οποία περιέχονταν και οι κατάλογοι με τους ευγενείς της πόλης και αφού κάτι μουρμούρισε στην συνέχεια είπε «χμμμμμμ……..Δαντσης…..Δάντσης……Δάντσης…….το εύρον……είναι εις τον κατάλογον των ευγενών………..λοιπόν γραίκουλεν συλλαμβάνεσαι ίνα τοποθετηθείς εις ξύλινο κλωβόν προκειμένου να μεταφερθείς άλλού….» και αμέσως έκανε ένα νεύμα στους πλησιέστερους σ΄αυτόν στρατιώτες προκειμένου να υλοποιήσουν την, σχετική με την σύλληψη και τον εγκλωβισμό, διαταγή.- «……..Δεν μπορεί κάποιο λάθος θα έγινε……..αφήστε με ……….κάνετε λάθος» έλεγε μάταια ο Δάντσης στους στρατιώτες ενώ τον έδεναν χειροπόδαρα.-
Φθάνοντας στην κεντρική πλατεία της πόλης ο φον Ζάλτσα και το σύνολο των τευτόνων υποτακτικών του αντιμετώπισε ένα πρωτοφανές θέαμα: Χιλιάδες λαού αποτελούμενου από δουλοπάροικους, μικροαγρότες και τεχνίτες, είχαν καταλάβει τον μεγαλύτερο χώρο της πλατείας και φώναζαν συνθήματα κατά της σταυροφορικής κατοχής, κραδαίνοντας αξίνες, σφυριά, δρεπάνια και άλλα εργαλεία της καθημερινής τους εργασίας.- Τον όγκο των διαμαρτυρόμενων και ήδη εξεγερμένων ανθρώπων πλαισίωνε το τάγμα το ιπποτών του Θεού, ο επικεφαλής του οποίου, Κοτσαρίκο Μακελλάρι μαζί με πιστό του, χαλκέντερο ανθυπασπιστή Τάσο ντι Κοπανάκι, απηύθυνε κοφτές διαταγές προς τους στρατιώτες τους που σχετίζονταν με την προστασία του εξεγερμένου πλήθους και την περιφρούρηση της συγκέντρωσής του.- Απέναντι ακριβώς έστεκε η ενετική φρουρά, τα μέλη της οποίας, αν και οπλισμένα σαν αστακοί, δεν φαίνονταν να έχουν καμία διάθεση δυναμικής και βίαιης αντιπαράθεσης με τους συγκεντρωμένους.- Μπροστά από την ενετική φρουρά έστεκαν ο διοικητής ντε Ντρίκο, μαζί με τους υποδιοικητές του ντε Τόρο και ντε Κολεβέντζο και τους υπασπιστές του Τζιοβάνι ντε Χαλινόμα και Μελέτιο Γραμματικό.- Τα προαναφερόμενα πρόσωπα, τα οποία συγκροτούσαν την τοπική κατοχική διοίκηση είχαν καταληφθεί από έντονο εκνευρισμό και κυρίως από αμηχανία, που απέρρεε από την έκδηλη αδυναμία να αντιμετωπίσουν μετωπικά αυτήν την, πρωτοφανή σε όγκο, συγκέντρωση των εξεγερμένων.- Τέλος δεκάδες άνθρωποι, που βρίσκονταν σε διάφορα μέρη του περιβάλλοντος χώρου της κεντρικής πλατείας και ανήκαν στην τάξη των ευγενών, όπως ο μητροπολίτης Μελέτιος, ο Κουτσολέοντας και ο Αναστάσιος Βοτανοσυλλέκτης που είχαν ήδη αφιχθεί, αναχωρώντας εσπευσμένα από την πολυτελή έπαυλη, ο Ιωάννης Δροσερός, ο Αντώνιος Ταώς, μέλη της συντεχνίας των καπηλειών και άλλοι, παρακολουθούσαν με μεγάλη αγωνία την έκβαση μίας απρόβλεπτης κατάστασης που είχε ήδη εξελιχθεί στην πόλη τους, τρέμοντας στην ιδέα τυχόν ανατροπής των κοινωνικών τους κεκτημένων.- Στο βάθος της πλατείας και κοντά στον χώρο του μητροπολιτικού ναού, μόνο δύο άνθρωποι φαίνονταν να μην συναισθάνονταν τα όσα ραγδαία εξελίσσονταν για την ιστορία της πόλης.- Ο Κριτόβουλος, φθάνοντας στο σημείο ακόμη και να ξεπεράσει τα βιολογικά όρια αντοχής του, έτρεχε πίσω από τον νεώτερο του Πιτουλάβιο ο οποίος εκμεταλλευόμενος πλήρως την κοινωνική αναστάτωση, που επικρατούσε, προσπαθούσε να διαφύγει από τον ακατάβλητο ερευνητή.-
Η άφιξη των σιδερόφρακτων τευτόνων στην είσοδο της πλατείας της πόλης, δημιούργησε ανάμεικτα συναισθήματα στο σύνολο των παρευρισκομένων στο χώρο.- Τα πρόσωπα της ενετικής διοίκησης της πόλης έδειχναν να ανακουφίζονται από την άφιξη αυτή, δεδομένου ότι το βάρος της καταστολής των εξεγερμένων έπεφτε στις μεταλλικές πλάτες του τάγματος του φον Ζάλτσα.- Οι ευγενείς ένοιωθαν να δοκιμάζουν την γεύση μίας πρώιμης ικανοποίησης θεωρώντας ότι, αναπότρεπτα πλέον, τα πράγματα θα έμπαιναν στην θέση τους.- Οι εξεγερμένοι αρχικά εύλογα ένοιωσαν τρόμο, ο οποίος στην συνέχεια αντικαταστάθηκε από θάρρος πράγμα που καταδείχθηκε από το γεγονός ότι εξακολουθούσαν να συνθηματολογούν σε βάρος της κατοχικής διοίκησης και υπέρ της εθνικής και κοινωνικής τους ελευθερίας.- Τέλος ο Μακελλάρι, αντιμετώπισε την άφιξη αυτή με την «εκτόξευση» ενός συνθήματος τα οποίο επαναλήφθηκε τρείς φορές από τους συντεταγμένους ιππότες του:
Αγωνιστές πάρτε θέσεις μην τους κάνετε χατίρια
Τεύτονες ιππότες κλάστε μας τα αρχίδια
Ο ντε Ντρίκο με ύφος ικανοποίησης έσπευσε να υποδεχθεί τους επικεφαλής των τευτόνων και απευθυνόμενος στον φον Ζάλτσα είπε: «Επιτέλους άρχοντά μου ήρθες …….πιστεύω ότι θα αποκαταστήσεις άμεσα τα πράγματα διότι….».- Ο διοικητής δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση του δεδομένου ότι τον διέκοψε ο Χέλμουτ, ο οποίος του είπε: «Εσύ είσαι το χερ Ντρίκο;».- «Ναι..» απάντησε με αυτάρεσκο θάρρος ο ενετός διοικητής.- «Ελα εντώ ………θα συλληφθείς και θα τεθείς εις ξύλινον κλωβόν με σκοπόν την προώθησή σου δυτικώς………το αυτό συμβεί και με άλλους άρχοντες….και τη φρουρά σου» είπε ο Χέλμουτ.- «Τι!!!!!!!...... ξέρεις ποιος είμαι εγώ βρε σιδερένιε λεβγιέ…….τι θα τολμήσεις να κάνεις….ρε…» αντέδρασε ο ντε Ντρίκο, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα δεδομένου ότι οι τεύτονες ιππότες συνέλαβαν, χωρίς περιττές περαιτέρω διαδικασίες, τόσο τον ίδιο, όσο και τους υποδιοικητές και τους υπασπιστές και στην συνέχεια αφού αφόπλισαν και την ενετική φρουρά και τα μέλη αυτής.- Όλους αφού τους έδεσαν χειροπόδαρα, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των εξεγερμένων αλλά και των ευγενών, άρχιζαν να τους στοιβάζουν σε ξύλινα κλουβιά τα οποία είχαν φέρει μαζί τους με σκοπό την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση της μεταφοράς των συνειλημμένων.-
Μετά την ακούσια απομάκρυνση της τοπικής κατοχικής ηγεσίας και της φρουράς της, επικράτησε άπλετη ησυχία στον ευρύτερο χώρο της πλατείας, δεδομένου ότι αφενός το εξεγερμένο πλήθος αλλά και οι ιππότες του Θεού είχαν περιπέσει σε κατάσταση βουβής αναμονής και αφετέρου οι παρευρισκόμενοι φιλοπερίεργοι ευγενείς, δεν είχαν, μετά το γεγονός της απομάκρυνσης αυτής, το κουράγιο, ούτε καν να μονολογήσουν, έστω και ψιθυριστά, σχολιάζοντας τα τεκταινόμενα.- Απόλυτη ησυχία και έλλειψη κινητικότητας.- Μοναδική εξαίρεση το αδυσώπητο κυνήγι του Πιτουλάβιου από τον Κριτόβουλο, το οποίο συνεχιζόταν κανονικά, παρά τα όσα κοσμογονικά ελάμβαναν χώρα .-
Εντελώς απρόσμενα και αιφνιδιαστικά, μέσα από τους δρόμους που οδηγούσαν στην κεντρική πλατεία, άρχισαν να προβάλλουν δεκάδες κουκουλοφόρα πλάσματα μικρού σωματικού μεγέθους και πολύ ευέλικτα και εύκαμπτα.- Τα πλάσματα αυτά, αφού κινήθηκαν με μεγάλη ταχύτητα, στην συνέχεια αναμείχθηκαν πρόσκαιρα με το εξεγερμένο πλήθος και περαιτέρω άλλα από τα πλάσματα αυτά άρχιζαν να καταστρέφουν τα κτίρια που βρίσκονταν στη περιοχή της πλατείας, δείχνοντας ιδιαίτερη προτίμηση για το διοικητήριο και τον μητροπολιτικό ναό, που αποπειράθηκαν μάλιστα να κάψουν και άλλα άρχισαν να πετούν πέτρες προς το τάγμα των τευτόνων, οι ιππότες του οποίου έστεκαν προκλητικά απαθείς στην όλη τους παρουσία και συμπεριφορά .- Ο Κοτσαρίκο Μακελλάρι, αντιλαμβανόμενος πλήρως το ρόλο και το σκοπό αυτής της απρόοπτης εισβολής, άρχισε μαζί τους συντεταγμένους ιππότες τους να τσακίζει τα κεφάλια των κουκουλοφόρων αυτών πλασμάτων, προκειμένου να αποτρέψει την αντίδραση των τευτόνων.- Τα κουκουλοφόρα πλάσματα, αφού ολοκλήρωσαν το έργο τους, στην συνέχεια, έσπευσαν να απομακρυνθούν από τον χώρο της πλατείας.-
Μετά από την απομάκρυνση των πλασμάτων αυτών, οι τεύτονες άρχισαν να ρίχνουν εκατοντάδες βέλη προς το συγκεντρωμένο πλήθος, ενώ παράλληλα πεζό τμήμα αυτών, οι στρατιώτες του οποίου έφεραν μακριές σπάθες εκινείτο προς το χώρο των συναθροισμένων.- Το τι επακολούθησε ήταν τόσο φρικτό που δύσκολα θα μπορούσε να αποδώσει κανείς μέσα από τον γραπτό λόγο.- Τα βέλη προσγειώνονταν στους ανυπεράσπιστους εξεγερμένους και τρυπούσαν με απίστευτη ευκολία τα κεφάλια τους και τα σώματά τους.- Χωρίς μάλιστα να διαθέτουν ασπίδες προστασίας δέχονταν, χωρίς καμία αντίδραση αυτοάμυνας, τα πυκνά βέλη και στην συνέχεια σφαδάζοντας από ανείπωτο πόνο σωριάζονταν στο πλακόστρωτο της πλατείας, το χρώμα της οποίας άρχισε να βάφεται κόκκινο.- Το έργο της ολοκλήρωσης της εξολόθρευσης των συγκεντρωμένων ανέλαβε να το εκτελέσει το πεζό τμήμα των τευτόνων.- Παρά το γεγονός ότι οι πρώτες σειρές του τμήματος αυτού έπεσαν λιπόθυμα από την βρώμα που εξέπεμπαν τα άπλυτα πόδια των ιπποτών του θεού, στην συνέχεια οι πεζοί τεύτονες εισχώρησαν στην πλατεία σκορπώντας τον μαζικό φρικτό θάνατο στο σύνολο των εξεγερμένων.-
Η σφαγή δεν διήρκεσε παραπάνω από μία ώρα.- Οι εξαντλημένοι και τραυματισμένοι ιππότες του Θεού συνελήφθησαν όλοι και δεμένοι και αυτοί χειροπόδαρα οδηγούνταν στα ξύλινα κλουβιά μεταφοράς.- Παρά την φρικτή διαδικασία της μαζικής σφαγής των εξεγερμένων και το αποτρόπαιο θέαμα της διάσπαρτης από αιματοβαμμένα πτώματα πλατείας, η όλη εικόνα φαίνεται ότι λειτούργησε ανακουφιστικά για τους παρευρισκόμενους ευγενείς, οι οποίοι έχοντας αναθαρρήσει, πλέον, σχολίαζαν μεταξύ τους τα γεγονότα.- Σε μία από τις ομηγύρεις των ευγενών ήταν ο Κουτσολέοντας, ο Αναστάσιος Βοτανοσυλλέκτης καθώς επίσης και ο Ιωάννης Δροσερός.- «Δεν λέω ……..δεν έπρεπε να φθάσουμε ως εκεί……….αλλά οι άνθρωποι προκλήθηκαν από τους εξεγερμένους….» έλεγε ο Κουτσολέοντας.- «Κακώς που πέταξαν πέτρες στους άδολους τεύτονες οι αληταράδες……έπρεπε να γνωρίζουν τι θα ακολουθούσε» συγκατένευε ο Δροσερός.- «Τι τους έφταιγαν τα κτίρια…. Καλά να πάθουν……..» έλεγε συναινετικά ο Αναστάσιος.-
Τους σχολιασμούς της ευγενικής παρέας αυτής διέκοψε η παρουσία του υποδιοικητή Χέλμουτ, τον οποίο ακολουθούσε μία ομάδα τευτόνων ιπποτών καθώς και μία άμαξα που έσερνε ένα μεγάλο ξύλινο κλουβί.- Ο Χέλμουτ, χωρίς να χαιρετήσει την ομήγυρη, αφού έριξε μία ματιά στο πιττάκιο με τον κατάλογο προσώπων, που κρατούσε, είπε ρωτώντας: «…Εσύ είσαι το Κουτσολέοντα, εσύ το Δροσερό και εσύ το Βοτανοσυλλέκτη;».-

ΒΑΡΔΟΥΚΙΟΝ ΚΑΙ ΑΙΜΑ

