«Είναι γεγονός άρχοντά μου ότι έχουν διαβιβασθεί στοιχεία στον διοικητή σχετικά με την ενοχή του αδελφού σου του Πιτουλάβιου ως προς την διάπραξη των αποτρόπαιων εγκλημάτων…..» είπε με σοβαρό ύφος ο Αναστάσιος.-
«Εκτιμώ την όλη σου προσπάθεια να με ενημερώσεις φίλτατε Αναστάσιε, πλην όμως οφείλω να σου πω ότι έχω ήδη λάβει τις πληροφορίες μου επισήμως και εγώ από το διοικητήριο……..Κοίτα…….παρά το ότι συγκλονίσθηκα σχετικά με το ότι ο αδελφός μου ενεργούσε για λογαριασμό των άθλιων και καταραμένων επαναστατών ………αυτό που προέχει, όχι τόσο για εμένα, που ως φιλεύσπλαχνος αδελφός όλα τα συγχωρώ, όσο για τα συμφέροντα των αρχόντων, τα οποία έχω την τιμή, εγώ, μεταξύ άλλων, να εκπροσωπώ αλλά και για τα συμφέροντα των κατοχικών δυνάμεων που τόσο στοργικά μας προστατεύουν…….είναι η συγκάλυψη…………Μία συγκάλυψη που πρέπει να γίνει, όχι για να σωθεί ο αμαρτωλός αδελφός μου, αλλά για να σωθεί η τιμή της τάξης μας …..ήδη έχω συνομιλήσει με τον πανάξιο διοικητή μας, ο οποίος μου υποσχέθηκε την κατάλληλη και σύμφωνα με τις περιστάσεις επιβαλλόμενη μεθόδευση» είπε με μειλίχιο ύφος ο Κουτσολέοντας.-
Πριν προλάβει ο Αναστάσιος να λάβει θέση στα όσα του προανέφερε ο Κουτσολέοντας και να συνεχίσει την ενημέρωσή του, ακούσθηκε ένας ελαφρύς αχός που προέρχονταν από τους εξωτερικούς χώρους και συγκεκριμένα από τους δρόμους που περιέβαλαν την φαραωνική έπαυλη.- Ήταν ένας μακρόσυρτος θόρυβος που φαινόταν να παράγεται από εκατοντάδες ψιθύρους και χαμηλές σε τόνους συζητήσεις από ανθρώπους που βρίσκονταν σε πορεία.- Ο Κουτσολέοντας, φάνηκε να μην δίνει σημασία στο, άγνωστης αιτίας μέχρι και την στιγμή εκείνη, θόρυβο.- Η έλλειψη αυτής της σημασίας δεν οφειλόταν στο περιεχόμενο της, τόσο βαρύνουσας συζήτησης, που είχε με τον Βοτανοσυλλέκτη, όσο στο ότι κατά την στιγμή εκείνη γινόταν αυτόπτης μάρτυρας ενός αισθησιακού γεγονότος που ελάμβανε χώρα μπροστά του.- Συγκεκριμένα μία νεαρή υπηρέτρια προσπαθούσε, εντός του χώρου του καθιστικού ακριβώς απέναντι από το ανάκλιντρο του Κουτσολέοντα και σε μικρή απόσταση από αυτόν, να τοποθετήσει ένα αλαβάστρινο βάζο σε μία μαρμάρινη εταζέρα.- Στην προσπάθειά της αυτή η νεαρή οικιακή βοηθός ανασηκωνόταν με αποτέλεσμα να αφήνει εκτεθειμένα όχι μόνο τα καλλίγραμμα πόδια της και μάλιστα καθ΄όλη τους την έκταση, αλλά και αξιοσημείωτα τμήματα των γλουτών της.- Το θέαμα είχε αποσβολώσει τον Κουτσολέοντα, ο οποίος έχοντας υπερνικηθεί, κατά κράτος, από τα ταπεινά ένστικτά του άρχισε να δίνει εντολές σχετικά με την τοποθέτηση του βάζου με σκοπό όχι την διευθέτησή του, αλλά την, όσο τον δυνατόν μεγαλύτερη χρονικά παραμονή της υπηρέτριας στην προαναφερόμενη στάση.-
«Λίγο πιο πάνω κορίτσι μου………ή μάλλον όχι λίγο πιο κάτω…..πιο δεξιά……όχι…….όχι πιο αριστερά» έλεγε με λάγνο ύφος προς την υπηρέτρια Κουτσολέοντας ο οποίος εισέπραττε το θέαμα από τα σωματικά της κάλλη.-
Ξαφνικά και χωρίς να το περιμένει, στην δεξιά παρειά του ο Κουτσολέοντας δέχθηκε ένα κεντραρισμένο και ηχηρό χαστούκι.- «Εδώ έχουμε σοβαρά προβλήματα και εσύ έχεις λιώσει ξεδιάντροπε βλέποντας τα μπούτια της δούλας ……….» είπε με έντονο ύφος η Έλενα ντε λα Ρόκα αμέσως μετά το χαστούκι, που με αρχοντική χάρη, είχε καταφέρει στο τροφαντό μάγουλο του συζύγου της.-
«Συγγνώμη αγάπη μου, είμαι τόσο στεναχωρημένος με την υπόθεση του αδελφού μου που δεν ξέρω……….τι κάνω ………και τι βλέπω……..» δήλωσε με υποκριτική θρασύτητα χιλίων πιθήκων ο Κουτσολέοντας.- Όμως η ντε λα Ρόκα δεν πείσθηκε και του είπε «…..τις μαλακίες αλλού….. αφού ξέρεις ότι για την υπόθεση αυτή θα καθαρίσει ο γλυκός μου πατέρας ο Σαλταφέρι που είναι χορηγός των προστατών μας………» και συνέχισε απευθυνόμενη και στους δύο άνδρες «….το θέμα είναι άλλο …..και είναι σοβαρό……….για ελάτε να δείτε από το μεγάλο παράθυρο του καθιστικού τις συμβαίνει αυτή τη στιγμή στους δρόμους……….».-
Μετά την προτροπή αυτή της ντε λα Ρόκα και οι τρείς κινήθηκαν προς το μεγάλο παράθυρο του καθιστικού, όπου φθάνοντας σ΄αυτό και κατευθύνοντας το βλέμμα τους προς τους δρόμους που οδηγούσαν στο κέντρο της πόλης, αντίκρισαν ένα, πρωτοφανές, γι΄αυτούς θέαμα.-
Εκατοντάδες άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, κάθε ηλικίας, κατευθύνονταν προς το κέντρο της πόλης, κινούμενοι με σταθερό, σχετικά γοργό, βηματισμό.- Από τα ενδύματα που φορούσαν με σαφήνεια προέκυπτε ότι επρόκειτο για δουλοπάροικους, μικροαγρότες και τεχνίτες, που είχαν διακόψει τις σκληρές εργασίες, προκειμένου να συμμετάσχουν όλοι μαζί σε κάποια κοινή δραστηριότητα.- Κρατούσαν στα χέρια τους αξίνες, τσάπες, κασμάδες και ότι άλλο μπορεί να φαντασθεί κανείς, με τέτοιο τρόπο που έδειχνε ότι δεν απειλούσαν κάποιον ή κάτι, αλλά ότι ήταν έτοιμοι να προασπίσουν τους εαυτούς τους.- Αν λάμβανε κανείς υπόψη ότι τα κύματα των ανθρώπων αυτών δεν έρχονταν από την ύπαιθρο προς την πόλη διαβαίνοντας μόνο τους δρόμους, που ήταν κοντά στην έπαυλη του Κουτσολέοντα, αλλά το σύνολο των δρόμων του Κριεκουκίου, εύκολα θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι δεν επρόκειτο μόνο για εκατοντάδες, αλλά μάλλον για χιλιάδες ανθρώπους.- Το όλο θέαμα σόκαρε και τους τρείς παρατηρητές από το μεγάλο παράθυρο του καθιστικού, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που η ψυχικά άκαμπτη Έλενα ντε λα Ρόκα, φάνηκε να «λυγίζει» από το βάρος των όσων, με τρόμο και αγωνία, έβλεπε.-
«Αχ….αγάπη μου τι είναι αυτοί……….τι θέλουν από εμάς;» ρώτησε αγχωμένη τον σύντροφό της τον Κουτσολέοντα, προς το οποίο, για πρώτη φορά, εδώ και πάρα πολύ καιρό επεδείκνυε τέτοια αβρότητα και συνέχισε «Τι άνθρωποι είναι αυτοί….πόση βρώμα έχουν πάνω τους……και οι γυναίκες………οι γυναίκες είναι αχτένιστες…..».-
«Δεν είναι τυχαία η κίνηση αυτή άρχοντες μου…………δεν με άφησες πριν να ολοκληρώσω αξιοσέβαστε Κουτσολέοντα…» είπε με ανήσυχο στεναγμό ο Βοτανοσυλλέκτης και συνέχισε «……………η τρισάθλια πλέμπα που βλέπετε δεν συγκεντρώνεται τυχαία…………απλώς όλοι οι ταπεινοί και τρισάθλιοι δουλοπάροικοι, μικροαγρότες και τεχνίτες συγκεντρώνονται στην πλατεία της πόλης για να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους, από την επέλαση των τευτόνων ιπποτών του φον Ζάλτσα………….».-
«Από την επέλαση ποιών;» ρώτησε με τρόμο ο Κουτσολέοντας.- «Των τευτόνων ιπποτών άρχοντά μου…………..οι οποίοι έχουν στρατοπεδεύσει ήδη στις Πλαταιές …………και αναμένονται από ώρα σε ώρα στην πόλη μας» απάντησε ο Αναστάσιος.-
«Παναγίτσα μας…………» έσκουξε από κοινού το αρχοντικό ζάμπλουτο ζεύγος.-
* * * * * * * * *
«Δεν έπρεπε να μου το κάνει αυτό ο δούκας δεν έπρεπε…….δεν το άξιζα βρε αδελφέ………» είπε ο ντε Ντρίκο απευθυνόμενος στους παριστάμενους υποδιοικητές τους και συνέχισε «…..αφού θα το λύναμε το πρόβλημα μεταξύ μας, είχαμε βρει και το δολοφόνο………..θα τα τακτοποιούσαμε σε κάθε περίπτωση μόνοι μας……….τι ήθελε και κάλεσε του τεύτονες ιππότες;» ενώ κτύπησε με δύναμη το χέρι του στο τραπέζι συνεδριάσεων.- Την τελευταία κίνηση την έκανε με ιδιαίτερη ασφάλεια, δεδομένου, ότι είχε διατάξει το δέσιμο του αδέσποτου σκαντζόχοιρου του ντε Κολοβέντζο, που τόσο πόνο του είχε προκαλέσει τις προηγούμενες φορές.- «…….Και τώρα πρέπει να υποδεχθούμε αυτούς σιδερένιους κάφρους, οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν και από λόγια και ως εκ τούτου πρέπει να κάνουμε και τους μαλάκες λέγοντας τους…..πόσο καλοί στρατιώτες είστε……….πόσο αποτελεσματικοί είστε………και άλλες παρόμοιες παπαριές…………».-
Το εκφρασμένο συλλογισμό του διοικητή διέκοψε τόσο ο θόρυβος που προκαλούσε συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ανθρώπων, όσο και η απότομη είσοδος στον χώρο της σύσκεψης ενός ενετού φρουρού, ο οποίος έντρομος είπε απευθυνόμενος στην εξουσιαστική ομήγυρη «…Αρχοντα μου χιλιάδες φτωχογραίκουλες μαζεύονται αυτήν τη στιγμή στην πλατεία της πόλης μπροστά από το διοικητήριο…….είναι δουλοπάροικοι, αγρότες και τεχνίτες και κρατούν αξίνες και κασμάδες……..ενώ παράλληλα γράφουν συνθήματα στους τοίχους……………».- Αφού έσπευσαν ο διοικητής και οι υποδιοικητές στο παράθυρο και έστρεψαν το βλέμμα τους προς την κεντρική πλατεία της πόλης, διαπίστωσαν ότι τα όσα τους προανέφερε ο έντρομος φρουρός ήταν απολύτως βάσιμα.-
Η κεντρική πλατεία ήταν γεμάτη από χιλιάδες ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, κάθε ηλικίας που κράδαιναν εργαλεία της εργασίας τους.- Παράλληλα οι τοίχοι των κτισμάτων είχα γεμίσει από μία λέξη, την λέξη «ΕΛΑΣ».- Φόβος κυρίευσε τις ψυχές της διοικητικής τριανδρίας, που αντίκριζε έκπληκτη το συγκεντρωμένο πλήθος να γεμίζει την κεντρική πλατεία.- Ο ντε Κολοβένζτο προσπαθώντας να ανακτήσει την ψυχραιμία του, που φαίνεται ότι την είχε απαγάγει ο φόβος, περιορίσθηκε να ρωτήσει «Τι σημαίνει ΕΛΑΣ;».- Την εύλογη απορία του την έλυσε, σχεδόν αμέσως, το συγκεντρωμένο πλήθος, το οποίο με ιδιαίτερη ένταση και συγκίνηση, άρχισε να τραγουδάει:
Με την βαλλίστρα μου[1] στον ώμο
σε πόλεις κάμπους και χωριά
της λευτεριάς ανοίγω δρόμο
της στρώνω βάγια και περνά
Εμπρός Ε.Λ.Α.Σ. για την Ελλάδα
το δίκιο και τη λευτεριά
σ' ακροβουνό και σε κοιλάδα
πέτα πολέμα με καρδιά
ένα τραγούδι είν' η πνοή σου
καθώς στη ράχη ροβολάς
και αντιλαλούν απ' τη φωνή σου
καρδιές και κάμποι Ε.Λ.Α.Σ. Ε.Λ.Α.Σ.
Παντού η Πατρίδα μ' έχει στείλει
φρουρό μαζί κι εκδικητή
κι απ' την ορμή μου θ' ανατείλει
καινούργια λεύτερη ζωή
Με χίλια ονόματα μία χάρη
ακρίτας ειτ' αρματολός
αντάρτης, κλέφτης, παλικάρι
πάντα ειν' ο ίδιος ο λαός.
Δεν πρόλαβε να συνέλθει από το άκουσμα του επαναστατικού αυτού τραγουδιού ο διοικητής και ένα επί πλέον γεγονός ήλθε να κλονίσει την, ήδη διασαλευμένη, ψυχική του ισορροπία.- Το τάγμα των ξυπόλητων ιπποτών του Θεού, με επικεφαλής τον Μακελλάρι, σε πλήρη σύνθεση κατευθυνόταν προς την κεντρική πλατεία, με προφανή σκοπό την συνένωσή του με το ήδη συγκεντρωμένο πλήθος.-
«Τι γίνεται εδώ πέρα……….γαμώ το ξεσταύρι μου……….τι δουλειά έχουν με τους γραίκουλες εξεγερμένους οι βρωμοπόδαροι;» αναρωτήθηκε ο διοικητής.-
«Τι κάνουμε τώρα ……περιμένουμε να έρθουν οι τεύτονες να καθαρίσουν;» ρώτησε με αγωνία ο ντε Τόρο.-
Την απάντηση στην απορία του υποδιοικητή, του την έδωσε ο ντε Ντρίκο, δίνοντας την εντύπωση ότι είχε ανακτήσει ένα μέρος της αυτοκυριαρχίας του «…….Οι τεύτονες δεν θα μπορέσουν να κάνουν τίποτε από μόνοι τους, σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να δείξουν τον πραγματικό τους εαυτό, εάν δεν τους δοθεί αφορμή και ευκαιρία……..πρέπει να ειδοποιήσουμε άμεσα τους ντόπιους ευγενείς………να κινητοποιήσουν άμεσα μία δική τους οργάνωση…..το Τάγμα της Κουκουλοφόρου Αρετής…….αυτή θα κάνει όλη τη δουλειά…..»
ΒΑΡΔΟΥΚΙΟΝ ΚΑΙ ΑΙΜΑ

